συγκάτοικος
Ορισμοί
που κατοικεί μαζί με κάποιον άλλο, που μοιράζονται την ίδια οικία (διαμέρισμα, σπίτι κ.λπ.), που συγκατοικεί
Ισοδύναμα
Españolcompañero de piso
22 more languages
Bosanskikonkubina
Catalàcohabitant
Cymraegcydbreswylydd
हिन्दीसहवासी
Hrvatskikonkubina
Magyarlakótárs
Latinaconcubitor
Русскийсожительсожи́тельницасосе́д по до́мусосе́д по кварти́ресосе́дка по до́мусосе́дка по кварти́ре
Српскиkonkubina
Svenskasambo
Παραδείγματα
“※ Τέλος πάντων, το ζήτημα είναι πως τα συμφέροντα, η τεμπελιά και η άγνοια με έριξαν στην ανθυγιεινή αγκαλιά της βιομηχανίας που έμελλε να με σκοτώσει αργά και ηδονικά. Γιατί ευτυχώς οι συγκάτοικοι δεν ήταν φραγκοφονιάδες. Μου αγόραζαν πανάκριβες γκουρμέ κονσέρβες (Λένα Διβάνη, Εγώ ο Ζάχος Ζάχαρης (νέα έκδοση), εκδ. Πατάκης, 2024)”
“※ Εκείνο ωστόσο που με ενοχλεί περισσότερο είναι η στάση κάποιων συμπολιτών μας. Οι οποίοι αντιμετωπίζουν τον κύριο Covid-19 όχι σαν εισβολέα που θα πεταχτεί έξω με τις κλωτσιές αλλά σαν μόνιμο εφεξής συγκάτοικό μας.”
Επίπεδο CEFR
C2
Επάρκεια
Αυτή η λέξη ανήκει στο λεξιλόγιο CEFR C2 — επίπεδο επάρκεια.
Αυτή η λέξη ανήκει στο λεξιλόγιο CEFR C2 — επίπεδο επάρκεια.
Δείτε επίσης
Know this word better than we do? Language is a living thing — help us keep it growing. Collaborate with Babel Free