Meaning of συγκάτοικος | Babel Free
/siŋˈɡa.ti.kos/Ορισμοί
που κατοικεί μαζί με κάποιον άλλο, που μοιράζονται την ίδια οικία (διαμέρισμα, σπίτι κ.λπ.), που συγκατοικεί
Παραδείγματα
“※ Τέλος πάντων, το ζήτημα είναι πως τα συμφέροντα, η τεμπελιά και η άγνοια με έριξαν στην ανθυγιεινή αγκαλιά της βιομηχανίας που έμελλε να με σκοτώσει αργά και ηδονικά. Γιατί ευτυχώς οι συγκάτοικοι δεν ήταν φραγκοφονιάδες. Μου αγόραζαν πανάκριβες γκουρμέ κονσέρβες (Λένα Διβάνη, Εγώ ο Ζάχος Ζάχαρης (νέα έκδοση), εκδ. Πατάκης, 2024)”
“※ Εκείνο ωστόσο που με ενοχλεί περισσότερο είναι η στάση κάποιων συμπολιτών μας. Οι οποίοι αντιμετωπίζουν τον κύριο Covid-19 όχι σαν εισβολέα που θα πεταχτεί έξω με τις κλωτσιές αλλά σαν μόνιμο εφεξής συγκάτοικό μας.”
Επίπεδο CEFR
C2
Mastery
This word is part of the CEFR C2 vocabulary — mastery level.
This word is part of the CEFR C2 vocabulary — mastery level.