Σημασία του σύρμα | Babel Free
ˈsiɾ.maΟρισμοί
- εύκαμπτο έλασμα από κράμα μέταλλων, κυκλικής διατομής, με διάμετρο μικρότερη από ένα εκατοστό του μέτρου ως και μερικές δεκάδες εκατομμυριοστά του μέτρου, και πάμπολλες φορές μεγαλύτερο μήκος. Συνήθως η βάση για τα απαιτούμενα κράματα είναι σίδηρος ή χαλκός, αλλά και άλλα κράματα με υψηλή ελατότητα. Η ασκηση δύναμης πέραν του ορίου κάμψης του, του επιφέρει πλαστικές (μόνιμες) παραμορφώσεις.
- γυναικείο όνομα
-
λέξη-κλειδί ώστε να διακοπεί δράση που απαιτεί υψηλό βαθμό εχεμύθειας, συνήθως λόγω εμφάνισης ενός ατόμου που δεν πρέπει να γνωρίζει την εν λόγω δράση figuratively
- γυναικείο επώνυμο άκλιτο (αρσενικό Σύρμας)
- παραθαλάσσια σπηλιά ή οίκημα, όπου σύρουν τις βάρκες τον χειμώνα για προστασία από τις καιρικές συνθήκες
Ισοδύναμα
Български
жица
Deutsch
Ader
anquirlen
Bartwisch
Draht
drahten
einquirlen
Handbesen
Handfeger
quirlen
Schaumschläger
Telegrafenleitung
verkabeln
verquirlen
versprudeln
עברית
הקציף
Magyar
huzal
Te Reo Māori
waea
Polski
druciany
drut
drutowy
mątew
miotełka
packa
podsłuch
przyłączać
roztrzepać
roztrzepywać
trzepaczka
zmywak
Română
sarma
Русский
жесткошёрстный
жесткошёрстый
колодка
про́вод
проводной
проволока
проволочный
сбивалка
сбивать
сновать
стриппер
телеграмма
Slovenčina
drôt
Српски
жица
Türkçe
tel
Українська
дротовий
中文
打蛋器
ZH-TW
打蛋器
Επίπεδο CEFR
C2
Επάρκεια
Αυτή η λέξη ανήκει στο λεξιλόγιο CEFR C2 — επίπεδο επάρκεια.
Αυτή η λέξη ανήκει στο λεξιλόγιο CEFR C2 — επίπεδο επάρκεια.
Know this word better than we do? Language is a living thing — help us keep it growing. Collaborate with Babel Free