σύρμα
Ορισμοί
- εύκαμπτο έλασμα από κράμα μέταλλων, κυκλικής διατομής, με διάμετρο μικρότερη από ένα εκατοστό του μέτρου ως και μερικές δεκάδες εκατομμυριοστά του μέτρου, και πάμπολλες φορές μεγαλύτερο μήκος. Συνήθως η βάση για τα απαιτούμενα κράματα είναι σίδηρος ή χαλκός, αλλά και άλλα κράματα με υψηλή ελατότητα. Η ασκηση δύναμης πέραν του ορίου κάμψης του, του επιφέρει πλαστικές (μόνιμες) παραμορφώσεις.
- γυναικείο όνομα
-
λέξη-κλειδί ώστε να διακοπεί δράση που απαιτεί υψηλό βαθμό εχεμύθειας, συνήθως λόγω εμφάνισης ενός ατόμου που δεν πρέπει να γνωρίζει την εν λόγω δράση figuratively
- γυναικείο επώνυμο άκλιτο (αρσενικό Σύρμας)
- παραθαλάσσια σπηλιά ή οίκημα, όπου σύρουν τις βάρκες τον χειμώνα για προστασία από τις καιρικές συνθήκες
Ισοδύναμα
25 more languages
Българскижица
DeutschAderanquirlenBartwischDrahtdrahteneinquirlenHandbesenHandfegerquirlenSchaumschlägerTelegrafenleitungverkabelnverquirlenversprudeln
עבריתהקציף
Magyarhuzal
Te Reo Māoriwaea
Românăsarma
Русскийжесткошёрстныйжесткошёрстыйколодкапро́водпроводнойпроволокапроволочныйсбивалкасбиватьсноватьстриппертелеграмма
Slovenčinadrôt
Српскижица
Türkçetel
Українськадротовий
中文打蛋器
繁體中文打蛋器
Παραδείγματα
“Έδεσε το πακέτο με ένα λεπτό σύρμα.”
He tied the package with a thin wire.
Επίπεδο CEFR
C2
Επάρκεια
Αυτή η λέξη ανήκει στο λεξιλόγιο CEFR C2 — επίπεδο επάρκεια.
Αυτή η λέξη ανήκει στο λεξιλόγιο CEFR C2 — επίπεδο επάρκεια.
Know this word better than we do? Language is a living thing — help us keep it growing. Collaborate with Babel Free