Meaning of απεχθάνομαι | Babel Free
/apeˈxθanome/Ορισμοί
νιώθω έντονα αρνητικά συναισθήματα για κάτι ή κάποιον που δεν μου αρέσει ή απορρίπτω, π.χ. απέχθεια, αποστροφή, αντιπάθεια
Παραδείγματα
“Δε μου αρέσει το ψέμα, αλλά την υποκρισία την απεχθάνομαι.”
“Δε θέλω να τον ξαναδώ μπροστά μου αυτόν τον άνθρωπο, τον απεχθάνομαι.”
Επίπεδο CEFR
C2
Mastery
This word is part of the CEFR C2 vocabulary — mastery level.
This word is part of the CEFR C2 vocabulary — mastery level.