Meaning of αυξηθεί | Babel Free
/af.ksiˈθi/Ορισμοί
- απαρέμφατο αορίστου του ρήματος αυξάνομαι
- γ' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος αυξάνομαι
- θα αυξηθεί: γ' ενικό οριστικής στιγμιαίου μέλλοντα του ρήματος αυξάνομαι
Επίπεδο CEFR
C2
Mastery
This word is part of the CEFR C2 vocabulary — mastery level.
This word is part of the CEFR C2 vocabulary — mastery level.