Meaning of πάψει | Babel Free
/ˈpa.psi/Ορισμοί
- απαρέμφατο αορίστου του ρήματος παύω
- γ' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος παύω
- θα πάψει: γ' ενικό οριστικής στιγμιαίου μέλλοντα του ρήματος παύω
Επίπεδο CEFR
C2
Mastery
This word is part of the CEFR C2 vocabulary — mastery level.
This word is part of the CEFR C2 vocabulary — mastery level.