Meaning of εργάτης | Babel Free
/eɾˈɣa.tis/Ορισμοί
- αυτός που προσφέρει την εργασία του σε κάποιον σε εργοδότη έναντι αμοιβής
- ανδρικό επώνυμο
-
ο εργαζόμενος που αμείβεται με το μεροκάματο especially
-
αυτός που μοχθεί για να προσφέρει ένα έργο general
-
το βαρούλκο, ή βίντσι idiomatic
- άλλες μορφές: αργάτης
-
ο μικρός μηχανισμός έλξης με ανέμη που τοποθετείται μπροστά από οχήματα, τύπου τζιπ, ή σε οχήματα ειδικών εργασιών π.χ. πυροσβεστικών, οδικής βοήθειας, μετακομίσεων κ.λπ. idiomatic
-
κοινό θηλυκό μυρμήγκι σε αντίθεση με τα κανονικά αρσενικά και θηλυκά. especially
Παραδείγματα
“εργάτης του πνεύματος”
Επίπεδο CEFR
C2
Mastery
This word is part of the CEFR C2 vocabulary — mastery level.
This word is part of the CEFR C2 vocabulary — mastery level.