εργάτης
Ορισμοί
- αυτός που προσφέρει την εργασία του σε κάποιον σε εργοδότη έναντι αμοιβής
- ανδρικό επώνυμο
-
ο εργαζόμενος που αμείβεται με το μεροκάματο especially
-
αυτός που μοχθεί για να προσφέρει ένα έργο general
-
το βαρούλκο, ή βίντσι idiomatic
- άλλες μορφές: αργάτης
-
ο μικρός μηχανισμός έλξης με ανέμη που τοποθετείται μπροστά από οχήματα, τύπου τζιπ, ή σε οχήματα ειδικών εργασιών π.χ. πυροσβεστικών, οδικής βοήθειας, μετακομίσεων κ.λπ. idiomatic
-
κοινό θηλυκό μυρμήγκι σε αντίθεση με τα κανονικά αρσενικά και θηλυκά. especially
Ισοδύναμα
29 more languages
Danskspil
DeutschAnkerspillAnkerwindeAntriebsrolleBandantriebsrolleCapstanGangspillHaspelRollenantriebSpillTagelöhnerTonwelleWindeWindenWinsch
Suomiankkuripelikäyntikelanostoruuvipäiväläinenpäivätyöläinenvetoakselivinssatavinssivintturivorokki
Bahasa Indonesialir
Íslenskavinda
Kurdîspil
Македонскидигалка
Portuguêscabrestante
Русскийnautical шпильбра́шпильвороткабестанлебёдкаподённый рабо́чийподёнщикподёнщицаподнима́ть с по́мощью лебёдки
Tagalogbiling-bilingan
中文絞盤
Παραδείγματα
“εργάτης του πνεύματος”
Επίπεδο CEFR
C2
Επάρκεια
Αυτή η λέξη ανήκει στο λεξιλόγιο CEFR C2 — επίπεδο επάρκεια.
Αυτή η λέξη ανήκει στο λεξιλόγιο CEFR C2 — επίπεδο επάρκεια.
Know this word better than we do? Language is a living thing — help us keep it growing. Collaborate with Babel Free