Σημασία του εργάτης | Babel Free
eɾˈɣa.tisΟρισμοί
- αυτός που προσφέρει την εργασία του σε κάποιον σε εργοδότη έναντι αμοιβής
- ανδρικό επώνυμο
-
ο εργαζόμενος που αμείβεται με το μεροκάματο especially
-
αυτός που μοχθεί για να προσφέρει ένα έργο general
-
το βαρούλκο, ή βίντσι idiomatic
- άλλες μορφές: αργάτης
-
ο μικρός μηχανισμός έλξης με ανέμη που τοποθετείται μπροστά από οχήματα, τύπου τζιπ, ή σε οχήματα ειδικών εργασιών π.χ. πυροσβεστικών, οδικής βοήθειας, μετακομίσεων κ.λπ. idiomatic
-
κοινό θηλυκό μυρμήγκι σε αντίθεση με τα κανονικά αρσενικά και θηλυκά. especially
Ισοδύναμα
Dansk
spil
Deutsch
Ankerspill
Ankerwinde
Antriebsrolle
Bandantriebsrolle
Capstan
Gangspill
Haspel
Rollenantrieb
Spill
Tagelöhner
Tonwelle
Winde
Winden
Winsch
Suomi
ankkuripeli
käyntikela
nostoruuvi
päiväläinen
päivätyöläinen
vetoakseli
vinssata
vinssi
vintturi
vorokki
Bahasa Indonesia
lir
Íslenska
vinda
Kurdî
spil
Македонски
дигалка
Português
cabrestante
Русский
nautical шпиль
бра́шпиль
ворот
кабестан
лебёдка
подённый рабо́чий
подёнщик
подёнщица
поднима́ть с по́мощью лебёдки
Tagalog
biling-bilingan
中文
絞盤
Παραδείγματα
“εργάτης του πνεύματος”
Επίπεδο CEFR
C2
Επάρκεια
Αυτή η λέξη ανήκει στο λεξιλόγιο CEFR C2 — επίπεδο επάρκεια.
Αυτή η λέξη ανήκει στο λεξιλόγιο CEFR C2 — επίπεδο επάρκεια.
Know this word better than we do? Language is a living thing — help us keep it growing. Collaborate with Babel Free