Σημασία του ωκεανός | Babel Free
o.ce.aˈnosΟρισμοί
-
θαλάσσια θεότητα με τη μορφή ενός μεγάλου ποταμού χωρίς πηγές κι εκβολές που περιέρρεε τη Γη singular
- μεγάλη θαλάσσια έκταση που χωρίζει ηπείρους μεταξύ τους και καλύπτει μεγάλο μέρος της υδρογείου.
- μεγάλο ποτάμι που, σύμφωνα με την αντίληψη των αρχαίων, περιέβρεχε όλη τη γη
-
κάτι απέραντο figuratively
Ισοδύναμα
Azərbaycanca
okean
Беларуская
акіян
Български
океан
বাংলা
মহাসমুদ্র
Català
oceà
Cymraeg
cefnfor
Esperanto
oceano
Español
océano
Eesti
ookean
Euskara
ozeano
فارسی
اُقْیانوس
Suomi
valtameri
Français
océan
Galego
océano
Magyar
óceán
Հայերեն
օվկիանոս
Italiano
oceano
ქართული
ოკეანე
Latina
Oceanus
Lietuvių
vandenynas
Te Reo Māori
moana
Македонски
океан
Bahasa Melayu
segara
Malti
oċean
Nederlands
oceaan
Русский
океан
Gagana Sāmoa
vasa
Shqip
oqeani
Svenska
ocean
Kiswahili
bahari
Тоҷикӣ
уқёнус
ไทย
มหาสมุทร
Tagalog
karagatan
Türkçe
okyanus
Українська
океан
Oʻzbekcha
okean
Wolof
mbàmbulaan
Παραδείγματα
“Ο Ατλαντικός Ωκεανός είναι ο δεύτερος μεγαλύτερος ωκεανός της γης.”
The Atlantic Ocean is the Earth's second largest ocean.
“Ατλαντικός, Ειρηνικός, Ινδικός, Αρκτικός ωκεανός”
“ωκεανός σοφίας και γνώσεως”
Επίπεδο CEFR
C2
Επάρκεια
Αυτή η λέξη ανήκει στο λεξιλόγιο CEFR C2 — επίπεδο επάρκεια.
Αυτή η λέξη ανήκει στο λεξιλόγιο CEFR C2 — επίπεδο επάρκεια.
Know this word better than we do? Language is a living thing — help us keep it growing. Collaborate with Babel Free