ωκεανός
Ορισμοί
-
θαλάσσια θεότητα με τη μορφή ενός μεγάλου ποταμού χωρίς πηγές κι εκβολές που περιέρρεε τη Γη singular
- μεγάλη θαλάσσια έκταση που χωρίζει ηπείρους μεταξύ τους και καλύπτει μεγάλο μέρος της υδρογείου.
- μεγάλο ποτάμι που, σύμφωνα με την αντίληψη των αρχαίων, περιέβρεχε όλη τη γη
-
κάτι απέραντο figuratively
Ισοδύναμα
54 more languages
العربيةمحيط
Azərbaycan diliokean
Беларускаяакіян
Българскиокеан
বাংলামহাসমুদ্র
Catalàoceà
Češtinaoceán
Cymraegcefnfor
Esperantooceano
Eestiookean
Euskaraozeano
فارسیاُقْیانوس
Suomivaltameri
Galegoocéano
Magyaróceán
Հայերենօվկիանոս
Italianooceano
ქართულიოკეანე
LatinaOceanus
Lietuviųvandenynas
Te Reo Māorimoana
Македонскиокеан
Монголдалай
Bahasa Melayusegara
Maltioċean
Nederlandsoceaan
Portuguêsoceano
Русскийокеан
Gagana Samoavasa
Shqipoqeani
Svenskaocean
Kiswahilibahari
Тоҷикӣуқёнус
ไทยมหาสมุทร
Tagalogkaragatan
Türkçeokyanus
Українськаокеан
O'zbekchaokean
Wolofmbàmbulaan
Παραδείγματα
“Ο Ατλαντικός Ωκεανός είναι ο δεύτερος μεγαλύτερος ωκεανός της γης.”
The Atlantic Ocean is the Earth's second largest ocean.
“Ατλαντικός, Ειρηνικός, Ινδικός, Αρκτικός ωκεανός”
“ωκεανός σοφίας και γνώσεως”
Επίπεδο CEFR
C2
Επάρκεια
Αυτή η λέξη ανήκει στο λεξιλόγιο CEFR C2 — επίπεδο επάρκεια.
Αυτή η λέξη ανήκει στο λεξιλόγιο CEFR C2 — επίπεδο επάρκεια.
Know this word better than we do? Language is a living thing — help us keep it growing. Collaborate with Babel Free