HomeServicesBlogDictionariesContactSpanish Course
Επιστροφή στην αναζήτηση

ωκεανός

Ουσιαστικό αρσενικό CEFR C2 Standard
o.ce.aˈnos

Ορισμοί

  1. θαλάσσια θεότητα με τη μορφή ενός μεγάλου ποταμού χωρίς πηγές κι εκβολές που περιέρρεε τη Γη
    singular
  2. μεγάλη θαλάσσια έκταση που χωρίζει ηπείρους μεταξύ τους και καλύπτει μεγάλο μέρος της υδρογείου.
  3. μεγάλο ποτάμι που, σύμφωνα με την αντίληψη των αρχαίων, περιέβρεχε όλη τη γη
  4. κάτι απέραντο
    figuratively

Ισοδύναμα

Españolocéano
Françaisocéan
54 more languages
العربيةمحيط
Azərbaycan diliokean
Беларускаяакіян
Българскиокеан
Catalàoceà
Češtinaoceán
Cymraegcefnfor
Esperantooceano
Eestiookean
Euskaraozeano
Galegoocéano
Magyaróceán
Հայերենօվկիանոս
Íslenskaægirhafsjórúthaf
Italianooceano
ქართულიოკეანე
LatinaOceanus
Lietuviųvandenynas
Te Reo Māorimoana
Македонскиокеан
Монголдалай
Bahasa Melayusegara
Maltioċean
Nederlandsoceaan
Portuguêsoceano
Русскийокеан
Gagana Samoavasa
Shqipoqeani
Српскиoceanокеан
Svenskaocean
Kiswahilibahari
Тоҷикӣуқёнус
Tagalogkaragatan
Türkçeokyanus
Українськаокеан
O'zbekchaokean
Tiếng Việtbiếnbiểnbiênhaihảihái
繁體中文大洋海洋

Παραδείγματα

“Ο Ατλαντικός Ωκεανός είναι ο δεύτερος μεγαλύτερος ωκεανός της γης.”

The Atlantic Ocean is the Earth's second largest ocean.

“Ατλαντικός, Ειρηνικός, Ινδικός, Αρκτικός ωκεανός”
“ωκεανός σοφίας και γνώσεως”

Επίπεδο CEFR

C2
Επάρκεια
Αυτή η λέξη ανήκει στο λεξιλόγιο CEFR C2 — επίπεδο επάρκεια.
See all C2 Ελληνικά words →

Δείτε επίσης

Μάθετε αυτή τη λέξη σε πλαίσιο

Δείτε τη λέξη ωκεανός σε πραγματικές συνομιλίες στο δωρεάν μάθημα γλώσσας.

Ξεκινήστε δωρεάν

Know this word better than we do? Language is a living thing — help us keep it growing. Collaborate with Babel Free