Meaning of άθλιος | Babel Free
/ˈa.θli.os/Ορισμοί
- που προκαλεί αρνητικά συναισθήματα (όπως απόρριψη, αποστροφή, απέχθεια), πολύ κακός
-
για πρόσωπο που κάνει κάτι απροσδόκητο (αρνητική ή θετική σημασία) familiar
- δυστυχισμένος, ταλαίπωρος
- που βρίσκεται σε πολύ κακή κατάσταση, ερειπωμένος ή κουρελιασμένος
Παραδείγματα
“Ρε άθλιε! τι πήγες κι έκανες; Μας κατέστρεψες.”
“Βρε το άθλιο! βρε το ατιμούτσικο! πήρε άριστα στα μαθηματικά!”
Επίπεδο CEFR
C2
Mastery
This word is part of the CEFR C2 vocabulary — mastery level.
This word is part of the CEFR C2 vocabulary — mastery level.