HomeServicesBlogDictionariesContactSpanish Course
Επιστροφή στην αναζήτηση

ξεβράκωτος

Επίθετο θηλυκό CEFR B2
kseˈvɾakotos

Ορισμοί

  1. που δε φοράει βρακί (εσώρουχο)
    familiar
  2. πολύ φτωχός, ενδεής
    figuratively
  3. «sans-culotte»

Ισοδύναμα

15 more languages

Παραδείγματα

“Τι θέαμα ήταν κι αυτό, όταν εμφανίστηκε μπροστά μας ξεβράκωτος!”

What a sight that was, when he appeared in front of us pantsless!

“Τι πας και παντρεύεσαι αυτόν τον ξεβράκωτο;”

What are you marrying that dirt-poor man for?

“Πήγε και παντρεύτηκε μια ξεβράκωτη.”

He went and married a dowryless woman.

“Βγαίνεις το σαββατοκύριακο και βλέπεις παντού ένα σωρό ξεβράκωτες στις παραλίες.”

You go out on a weekend and see a whole load of barely dressed women on the beaches.

Επίπεδο CEFR

B2
Ανώτερο μεσαίο
Αυτή η λέξη ανήκει στο λεξιλόγιο CEFR B2 — επίπεδο ανώτερο μεσαίο.
See all B2 Ελληνικά words →

Δείτε επίσης

Μάθετε αυτή τη λέξη σε πλαίσιο

Δείτε τη λέξη ξεβράκωτος σε πραγματικές συνομιλίες στο δωρεάν μάθημα γλώσσας.

Ξεκινήστε δωρεάν

Know this word better than we do? Language is a living thing — help us keep it growing. Collaborate with Babel Free