Meaning of κοινός | Babel Free
/ciˈnos/Ορισμοί
- ο συνηθισμένος στην εμφάνιση
- ουσιαστικοποιημένο θηλυκό
Παραδείγματα
“κοινή πεποίθηση”
common belief
“κοινό συμφέρον”
mutual interest
“ο κοινός άνθρωπος”
the common man
“κοινή γνώμη”
public opinion
“κοινή ωφέλεια”
public utility
“※ Είχε ένα άχρωμο πρόσωπο με κοινά χαρακτηριστικά. (⌘ Ευγενία Φακίνου, Η μεγάλη πράσινη, [μυθιστόρημα], 1987)”
Επίπεδο CEFR
C2
Mastery
This word is part of the CEFR C2 vocabulary — mastery level.
This word is part of the CEFR C2 vocabulary — mastery level.