Σημασία του κοινός | Babel Free
ciˈnosΟρισμοί
- ο συνηθισμένος στην εμφάνιση
- ουσιαστικοποιημένο θηλυκό
Ισοδύναμα
العربية
مبتذل
Čeština
tuctový
Ελληνικά
αγελαίος
Esperanto
komuna
Suomi
tavanomainen
Bahasa Indonesia
konvensional
Türkçe
halk
Παραδείγματα
“κοινή πεποίθηση”
common belief
“κοινό συμφέρον”
mutual interest
“ο κοινός άνθρωπος”
the common man
“κοινή γνώμη”
public opinion
“κοινή ωφέλεια”
public utility
“※ Είχε ένα άχρωμο πρόσωπο με κοινά χαρακτηριστικά. (⌘ Ευγενία Φακίνου, Η μεγάλη πράσινη, [μυθιστόρημα], 1987)”
Επίπεδο CEFR
C2
Επάρκεια
Αυτή η λέξη ανήκει στο λεξιλόγιο CEFR C2 — επίπεδο επάρκεια.
Αυτή η λέξη ανήκει στο λεξιλόγιο CEFR C2 — επίπεδο επάρκεια.
Δείτε επίσης
Know this word better than we do? Language is a living thing — help us keep it growing. Collaborate with Babel Free