Meaning of πένα | Babel Free
Ορισμοί
- μικρό έλασμα που το χρησιμοποιούσαν παλαιότερα στους κονδυλοφόρους
- επώνυμο (ανδρικό ή γυναικείο)
- κονδυλοφόρος, στυλό, μέσο γραφής με μελάνι
- κοντόπληκτρο, μικρό πλήκτρο, όνυχας
-
η ικανότητα δημιουργικής γραφής, η συγγραφική δεινότητα figuratively
- υποδιαίρεση της αγγλικής λίρας
- για το φαγητό
Ισοδύναμα
English
fountain pen
Παραδείγματα
“(πχ. σε αντιδιαστολή με το πλήκτρο του σαμιζέν)”
“έλασμα για κρούση χορδών μουσικών οργάνων”
Επίπεδο CEFR
C2
Mastery
This word is part of the CEFR C2 vocabulary — mastery level.
This word is part of the CEFR C2 vocabulary — mastery level.