Meaning of πείρα | Babel Free
/ˈpi.ɾa/Ορισμοί
η γνώση που προσφέρει η πρακτική ενασχόληση με ένα συγκεκριμένο αντικείμενο·
Παραδείγματα
“πρακτική πείρα”
practical experience
“ερωτική πείρα”
sexual experience
“είναι παιδί ακόμα, δεν έχει πείρα της ζωής”
Επίπεδο CEFR
C2
Mastery
This word is part of the CEFR C2 vocabulary — mastery level.
This word is part of the CEFR C2 vocabulary — mastery level.