HomeServicesBlogDictionariesContactSpanish Course
Επιστροφή στην αναζήτηση

νάρκη

Ουσιαστικό θηλυκό CEFR C2 Standard
ˈnaɾ.ci

Ορισμοί

  1. κατάσταση βαθέος ύπνου
  2. κατάσταση κατά την οποία επιβραδύνονται οι ζωτικές λειτουργίες ενός οργανισμού και περιορίζονται στο ελάχιστο οι κινήσεις και η αισθητηριακή ικανότητα
  3. εκρηκτική πολεμική συσκευή

Ισοδύναμα

45 more languages
Българскиапатиямина
Bosanskimàina
Češtinaapatiemina
हिन्दीजड़ता
Hrvatskimàina
Հայերենական
Bahasa Indonesiaperiuk apiranjau darat
Íslenskajarðsprengja
日本語地雷昏迷
ქართულიმინანაღმი
ភាសាខ្មែរគ្រាប់មីនមីន
한국어지뢰혼미
Kurdîdurdûrminmînaray
Latviešumīna
Te Reo Māorimaina
Македонскимина
Bahasa Melayuperiuk api
Românăstupoare
Slovenščinamina
ShqipMine
Српскиmàina
Tagalogtorpe
Türkçemayın
Українськамінасплячка
Tiếng Việtmin

Παραδείγματα

“Το φάρμακο τον έριξε σε βαθιά νάρκη.”

The drug put him into a deep torpor.

Επίπεδο CEFR

C2
Επάρκεια
Αυτή η λέξη ανήκει στο λεξιλόγιο CEFR C2 — επίπεδο επάρκεια.
See all C2 Ελληνικά words →

Δείτε επίσης

Μάθετε αυτή τη λέξη σε πλαίσιο

Δείτε τη λέξη νάρκη σε πραγματικές συνομιλίες στο δωρεάν μάθημα γλώσσας.

Ξεκινήστε δωρεάν

Know this word better than we do? Language is a living thing — help us keep it growing. Collaborate with Babel Free