HomeServicesBlogDictionariesContactSpanish Course
← Επιστροφή στην αναζήτηση

Meaning of ανέχομαι | Babel Free

Verb CEFR C2 Standard
/aˈne.xo.me/

Ορισμοί

δέχομαι χωρίς αντίδραση κάτι που μ’ ενοχλεί ή μου προκαλεί δυσφορία και (ενδεχομένως) το παραβλέπω

Ισοδύναμα

Παραδείγματα

“※ Δεν του 'δωσα καμιά σημασία, είχα μάθει πια να ανέχομαι την ύπαρξή του χωρίς να με νοιάζει ιδιαίτερα. (Γιάννης Ξανθούλης (1984) Το καλοκαίρι που χάθηκε στο χειμώνα [μυθιστόρημα])”

Επίπεδο CEFR

C2
Mastery
This word is part of the CEFR C2 vocabulary — mastery level.

Δείτε επίσης

Learn this word in context

See ανέχομαι used in real conversations inside our free language course.

Start Free Course