HomeServicesBlogDictionariesContactSpanish Course
← ανέχομαι — definition

Conjugation of ανέχομαι

Regular CEFR C2
aˈne.xo.me

δέχομαι χωρίς αντίδραση κάτι που μ’ ενοχλεί ή μου προκαλεί δυσφορία και (ενδεχομένως) το παραβλέπω Ver definición completa →

Μεσοπαθητική φωνή

Ενεστώτας
εγώ ανέχομαι
εσύ ανέχεσαι
αυτός / αυτή / αυτό ανέχεται
εμείς ανεχόμαστε
εσείς ανέχεστε
αυτοί / αυτές / αυτά ανέχονται
Παρατατικός
εγώ ανεχόμουν
εσύ ανεχόσουν
αυτός / αυτή / αυτό ανεχόταν
εμείς ανεχόμασταν
εσείς ανεχόσασταν
αυτοί / αυτές / αυτά ανέχονταν
Αόριστος
εγώ ανέχτηκα
εσύ ανέχτηκες
αυτός / αυτή / αυτό ανέχτηκε
εμείς ανεχτήκαμε
εσείς ανεχτήκατε
αυτοί / αυτές / αυτά ανέχτηκαν
Στιγμιαίος μέλλοντας
εγώ θα ανεχτώ
Στιγμιαία υποτακτική (να-/θα- μορφή)
εγώ ανεχτώ
εσύ ανεχτείς
αυτός / αυτή / αυτό ανεχτεί
εμείς ανεχτούμε
εσείς ανεχτείτε
αυτοί / αυτές / αυτά ανεχτούν
Προστακτική εξακολουθητική
εσείς ανέχεστε
Προστακτική στιγμιαία
εσύ ανέξου
εσείς ανεχτείτε
Απαρέμφατο αορίστου
ανεχτεί

Practice in context

Fill in the verb in real sentences — correct answers count toward the table above.

Practice this verb →

More conjugations

Explore the Ελληνικά dictionary

Look up any Greek word for definitions, equivalents in 94 languages, and more.

Open Dictionary