Conjugation of ανέχομαι
aˈne.xo.meδέχομαι χωρίς αντίδραση κάτι που μ’ ενοχλεί ή μου προκαλεί δυσφορία και (ενδεχομένως) το παραβλέπω Ver definición completa →
Μεσοπαθητική φωνή
Ενεστώτας
| εγώ | ανέχομαι |
| εσύ | ανέχεσαι |
| αυτός / αυτή / αυτό | ανέχεται |
| εμείς | ανεχόμαστε |
| εσείς | ανέχεστε |
| αυτοί / αυτές / αυτά | ανέχονται |
Παρατατικός
| εγώ | ανεχόμουν |
| εσύ | ανεχόσουν |
| αυτός / αυτή / αυτό | ανεχόταν |
| εμείς | ανεχόμασταν |
| εσείς | ανεχόσασταν |
| αυτοί / αυτές / αυτά | ανέχονταν |
Αόριστος
| εγώ | ανέχτηκα |
| εσύ | ανέχτηκες |
| αυτός / αυτή / αυτό | ανέχτηκε |
| εμείς | ανεχτήκαμε |
| εσείς | ανεχτήκατε |
| αυτοί / αυτές / αυτά | ανέχτηκαν |
Στιγμιαίος μέλλοντας
| εγώ | θα ανεχτώ |
Στιγμιαία υποτακτική (να-/θα- μορφή)
| εγώ | ανεχτώ |
| εσύ | ανεχτείς |
| αυτός / αυτή / αυτό | ανεχτεί |
| εμείς | ανεχτούμε |
| εσείς | ανεχτείτε |
| αυτοί / αυτές / αυτά | ανεχτούν |
Προστακτική εξακολουθητική
| εσείς | ανέχεστε |
Προστακτική στιγμιαία
| εσύ | ανέξου |
| εσείς | ανεχτείτε |
Απαρέμφατο αορίστου
| — | ανεχτεί |
Practice in context
Fill in the verb in real sentences — correct answers count toward the table above.