Meaning of σταθερός | Babel Free
/sta.θeˈɾos/Ορισμοί
- που δε μετακινείται
- που στέκεται χωρίς να μετακινείται ή να πέφτει
- που η κατάστασή του παραμένει ίδια
- που δεν παρεκκλίνει από τις αρχές του και τη στάση που έχει υιοθετήσει
Παραδείγματα
“έχω σταθερή δουλειά και σταθερό εισόδημα”
Επίπεδο CEFR
C2
Mastery
This word is part of the CEFR C2 vocabulary — mastery level.
This word is part of the CEFR C2 vocabulary — mastery level.