HomeServicesBlogDictionariesContactSpanish Course
← Επιστροφή στην αναζήτηση

Meaning of σίδερο | Babel Free

Noun CEFR C2 Standard
/ˈsi.ðe.ɾo/

Ορισμοί

  1. σκληρό μέταλλο που χρησιμοποιείται από τη μεταλλουργία για την κατασκευή αντικειμένων με αυξημένη αντοχή και σκληρότητα
  2. συσκευή με θερμαινόμενη επίπεδη σιδερένια επιφάνεια που χρησιμοποιείται για το σιδέρωμα των ρούχων
  3. όπλο χειρός (περίστροφο ή πιστόλι)
    slang

Ισοδύναμα

English clothes iron iron

Παραδείγματα

“Το σίδερο είναι μια οικιακή συσκευή.”

The iron is a domestic appliance.

“στη βράση κολλάει το σίδερο”

to make hay while the sun shines

“(συνεκδοχικά) αντικείμενο, πχ. ράβδος, από σίδηρο”
“κράμα μετάλλων με κύριο συστατικό τον σίδηρο όπως ο χάλυβας, η λαμαρίνα”
“(μεταφορικά) που χαρακτηρίζεται από δύναμη, αντοχή, σκληρότητα”
“(ειδικότερα) το ηλεκτρικό σίδερο σιδερώματος”

Επίπεδο CEFR

C2
Mastery
This word is part of the CEFR C2 vocabulary — mastery level.

Δείτε επίσης

Learn this word in context

See σίδερο used in real conversations inside our free language course.

Start Free Course