Meaning of μπράτσο | Babel Free
/ˈbɾa.t͡so/Ορισμοί
- επώνυμο (ανδρικό ή γυναικείο)
- συνώνυμο του βραχίονας
- τμήμα καθίσματος για στήριξη των χεριών
- ταστιέρα έγχορδου οργάνου
Παραδείγματα
“※ Ἀπὸ τὴν ἄλλη μεριὰ εἶναι ὁ φοῦρνος. Κάθε τόσο μπαινοβγαίνει κάποιος μὲ μιὰ κουλούρα περασμένη στὸ μπράτσο ἢ μιὰ φραντζόλα κάτω ἀπὸ τὴ μασκάλη. (Θανάσης Πετσάλης - Διομήδης, Συνοικία, στο περιοδικό Νέα Εστία τχ. 259 (1 Οκτωβρίου 1937), τόμ. 22, σελ. 1447)”
“τα μπράτσα της καρέκλας/της πολυθρόνας”
Επίπεδο CEFR
C2
Mastery
This word is part of the CEFR C2 vocabulary — mastery level.
This word is part of the CEFR C2 vocabulary — mastery level.