HomeServicesBlogDictionariesContactSpanish Course
Επιστροφή στην αναζήτηση

φρένο

Ουσιαστικό CEFR C2 Standard
ˈfɾe.no

Ορισμοί

  1. μηχανισμός που ελαττώνει την ταχύτητα ενός αντικειμένου
  2. κάτι που επιβραδύνει ή εμποδίζει την ανάπτυξη
    figuratively

Ισοδύναμα

Englishbrake
Españolfrenarfreno
16 more languages
Ελληνικάφρενάρω
Esperantobremsilo
Magyarfék
日本語制動
Nederlandsbraakremremmen
Portuguêsbrecarfrearfreiotravão
Slovenčinabrzda
Српскикочница
Türkçefren
Українськагальмівний

Παραδείγματα

“πατώ φρένο”

apply the brakes

Επίπεδο CEFR

C2
Επάρκεια
Αυτή η λέξη ανήκει στο λεξιλόγιο CEFR C2 — επίπεδο επάρκεια.
See all C2 Ελληνικά words →

Δείτε επίσης

Μάθετε αυτή τη λέξη σε πλαίσιο

Δείτε τη λέξη φρένο σε πραγματικές συνομιλίες στο δωρεάν μάθημα γλώσσας.

Ξεκινήστε δωρεάν

Know this word better than we do? Language is a living thing — help us keep it growing. Collaborate with Babel Free