Meaning of μπάζα | Babel Free
/ˈba.za/Ορισμοί
- το κέρδος, η είσπραξη χρημάτων από μια δουλειά, η λεία μιας κλοπής
-
ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του μπάζο accusative, nominative, plural, vocative
- γυναικείο επώνυμο
- χαρτωσιά
Παραδείγματα
“κάνω γερή μπάζα”
make a packet
“οι ληστές έκαναν γερή μπάζα”
“αγόρασε για εφτά μπάζες στα μπαστούνια”
Επίπεδο CEFR
C2
Mastery
This word is part of the CEFR C2 vocabulary — mastery level.
This word is part of the CEFR C2 vocabulary — mastery level.