HomeServicesBlogDictionariesContactSpanish Course
← Επιστροφή στην αναζήτηση

Meaning of εισόδημα | Babel Free

Noun CEFR C2 Standard
/iˈso.ði.ma/

Ορισμοί

τα χρήματα που αποκτά κάποιος από εργασία, μίσθωση, καταθέσεις ή άλλη πηγή και συνήθως φορολογείται

Ισοδύναμα

English income Revenue

Παραδείγματα

“※ Όταν γύρισε με την οικογένειά του στην Αθήνα πίστευε πως τα εισοδήματα από τα ακίνητα που είχε αγοράσει θα του φτάνανε να ζήσει άνετα (⌘ Διδώ Σωτηρίου, Εντολή, [μυθιστόρημα], 1976)”

Επίπεδο CEFR

C2
Mastery
This word is part of the CEFR C2 vocabulary — mastery level.

Δείτε επίσης

Learn this word in context

See εισόδημα used in real conversations inside our free language course.

Start Free Course