Meaning of ολοκληρώσει | Babel Free
/o.lo.kliˈɾo.si/Ορισμοί
- απαρέμφατο αορίστου του ρήματος ολοκληρώνω
- γ' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος ολοκληρώνω
- θα ολοκληρώσει: γ' ενικό οριστικής στιγμιαίου μέλλοντα του ρήματος ολοκληρώνω
Επίπεδο CEFR
C2
Mastery
This word is part of the CEFR C2 vocabulary — mastery level.
This word is part of the CEFR C2 vocabulary — mastery level.