διαίσθηση
Ορισμοί
η αντίληψη και η γνώση κάποιων πραγμάτων, που δεν προκύπτει από τις αισθήσεις ή τη λογική αλλά με απροσδιόριστο τρόπο
Ισοδύναμα
Παραδείγματα
“Η διαίσθησή της τής είπε ότι κάτι δεν πάει καλά.”
Her intuition told her that something was wrong.
Επίπεδο CEFR
C2
Επάρκεια
Αυτή η λέξη ανήκει στο λεξιλόγιο CEFR C2 — επίπεδο επάρκεια.
Αυτή η λέξη ανήκει στο λεξιλόγιο CEFR C2 — επίπεδο επάρκεια.
Δείτε επίσης
Know this word better than we do? Language is a living thing — help us keep it growing. Collaborate with Babel Free