Σημασία του διαίσθηση | Babel Free
ðiˈe.sθi.siΟρισμοί
η αντίληψη και η γνώση κάποιων πραγμάτων, που δεν προκύπτει από τις αισθήσεις ή τη λογική αλλά με απροσδιόριστο τρόπο
Ισοδύναμα
العربية
حدس
Català
intuïció
Esperanto
intuicio
Español
intuición
فارسی
شهود
Français
intuition
हिन्दी
सहजबोध
Magyar
intuíció
Қазақ тілі
түйсік
Lietuvių
intuicija
Latviešu
intuīcija
Te Reo Māori
pūmanawa
Nederlands
intuïtie
Polski
intuicja
Română
intuiție
ไทย
อัชฌัตติกญาณ
Українська
інтуїція
Tiếng Việt
trực giác
Παραδείγματα
“Η διαίσθησή της τής είπε ότι κάτι δεν πάει καλά.”
Her intuition told her that something was wrong.
Επίπεδο CEFR
C2
Επάρκεια
Αυτή η λέξη ανήκει στο λεξιλόγιο CEFR C2 — επίπεδο επάρκεια.
Αυτή η λέξη ανήκει στο λεξιλόγιο CEFR C2 — επίπεδο επάρκεια.
Δείτε επίσης
Know this word better than we do? Language is a living thing — help us keep it growing. Collaborate with Babel Free