HomeServicesBlogDictionariesContactSpanish Course
← Επιστροφή στην αναζήτηση

Meaning of αισθητήριο | Babel Free

Noun masculine CEFR B2

Ορισμοί

  1. το όργανο μιας από τις αισθήσεις
  2. η ικανότητα να αντιλαμβάνεται κάποιος και να αξιοποιεί κάποια εξωτερικά ερεθίσματα
  3. αισθητήρας

Ισοδύναμα

English intuition

Παραδείγματα

“※ Προχωρούσε στα τυφλά απελπισμένος. Τυφλός είναι αυτός που δεν μπορεί να δει, καθώς τα αισθητήρια όργανα της όρασης έχουν υποστεί βλάβη. Και στραβός έγραφε το βικιλεξικό. Όχι ρε παιδί μου, έβλεπε κανονικά. (Νίκης Μουντράκη, Ταφικά έθιμα / Εκ των άνω, χάρτης, 79, Ιούλιος 2025 https://www.hartismag.gr/hartis-79/poiisi-kai-pezografia/tafika-ethima-ek-ton-ano)”
“το πολιτικό αισθητήριο, το μουσικό αισθητήριο”

Επίπεδο CEFR

B2
Upper Intermediate
This word is part of the CEFR B2 vocabulary — upper intermediate level.

Δείτε επίσης

Learn this word in context

See αισθητήριο used in real conversations inside our free language course.

Start Free Course