Σημασία του ναός | Babel Free
naˈosΟρισμοί
- ανδρικό επώνυμο
- ο τόπος λατρείας του Θεού και τελέσεως των μυστηρίων
- ο τόπος της θρησκευτικής λατρείας οποιασδήποτε θρησκείας ή αίρεσης
- το οικοδόμημα αφιερωμένο στη λατρεία θεού ή ήρωα
-
ο χώρος ο οποίος θεωρείται σύμβολο μιας συγκεκριμένης κοινωνικής δραστηριότητας figuratively
-
ο χώρος όπου ασκείται ένα υψηλό λειτούργημα figuratively
Ισοδύναμα
Παραδείγματα
“Η λειτουργία θα τελεστεί στον ιερό ναό του Αγίου Θεοδοσίου.”
“ειδωλατρικός ναός”
“ο ναός της Αθηνάς”
“ναός της Θέμιδας”
“ναός της τέχνης”
Επίπεδο CEFR
C2
Επάρκεια
Αυτή η λέξη ανήκει στο λεξιλόγιο CEFR C2 — επίπεδο επάρκεια.
Αυτή η λέξη ανήκει στο λεξιλόγιο CEFR C2 — επίπεδο επάρκεια.
Know this word better than we do? Language is a living thing — help us keep it growing. Collaborate with Babel Free