Meaning of παρέμβαση | Babel Free
/paˈɾeɱ.va.si/Ορισμοί
- η ανάμειξη κάποιου σε υπόθεση άλλων
- ό,τι παρεμβάλλεται, η παρεμβολή
- η άποψη που μπορεί να εκφέρει κάποιος για ένα θέμα σε μια συζήτηση
Ισοδύναμα
English
intervention
Παραδείγματα
“Η παρέμβαση συγγενών δημιουργεί συχνά προβλήματα στις σχέσεις των ζευγαριών.”
“τεχνικές παρεμβάσεις σε ένα χώρο”
“τηλεφωνική παρέμβαση του υπουργού στο δελτίο ειδήσεων”
Επίπεδο CEFR
C2
Mastery
This word is part of the CEFR C2 vocabulary — mastery level.
This word is part of the CEFR C2 vocabulary — mastery level.