HomeServicesBlogDictionariesContactSpanish Course
← Επιστροφή στην αναζήτηση

Meaning of φυλάκιση | Babel Free

Noun feminine CEFR C2 Standard
/fiˈla.ci.si/

Ορισμοί

  1. ο εγκλεισμός σε φυλακή με ή χωρίς δίκη
  2. ποινή στον ελληνικό στρατό που παλιότερα εκτίονταν στο πειθαρχείο, σήμερα όμως ισοδυναμεί με τη στέρηση εξόδου

Ισοδύναμα

Παραδείγματα

“※ Όποιος τελεί την πράξη του προηγούμενου άρθρου εναντίον πρεσβευτή διαπιστευμένου στην ελληνική πολιτεία ή άλλου διπλωματικού αντιπροσώπου κατά τον χρόνο παραμονής του στην Ελλάδα, τιμωρείται με φυλάκιση έως δύο έτη, αν η πράξη δεν τιμωρείται βαρύτερα από άλλη διάταξη. (Νόμος_4619/2019, Κύρωση του Ποινικού Κώδικα, Ελληνική Δημοκρατία)”
“ο Ταξίαρχος μου έδωσε είκοσι μέρες φυλάκιση γιατί αντί να τον χαιρετήσω του είπα καλημέρα”

Επίπεδο CEFR

C2
Mastery
This word is part of the CEFR C2 vocabulary — mastery level.

Δείτε επίσης

Learn this word in context

See φυλάκιση used in real conversations inside our free language course.

Start Free Course