Meaning of στέκι | Babel Free
/ˈste.ci/Ορισμοί
- συνηθισμένο σημείο συνάντησης μιας παρέας, π.χ. ένα καφενείο ή ένα μπαρ
- η μπριζόλα
Ισοδύναμα
English
haunt
Παραδείγματα
“※ Πῆγα εὐτὺς στὰ γνωστά μου «στέκια» νὰ συναντήσω τοὺς φίλους μου ποὺ παίζανε. (Κώστας Βάρναλης, Φιλολογικά απομνημονεύματα, 1980)”
“※ Γνώριζαν πολύ καλά τα στέκια των αργυραμοιβών, με παρακράτηση του «νομίμου» ποσοστού από την ανταλλαγή. (Ελένη Πριοβόλου, Όπως ήθελα να ζήσω, εκδ. Καστανιώτη, 2011)”
“Είχε εστιατόριο κι έψηνε στέκια.”
Επίπεδο CEFR
C2
Mastery
This word is part of the CEFR C2 vocabulary — mastery level.
This word is part of the CEFR C2 vocabulary — mastery level.