HomeServicesBlogDictionariesContactSpanish Course
← Επιστροφή στην αναζήτηση

Meaning of κάλυμμα | Babel Free

Noun CEFR C2 Standard
/ˈka.li.ma/

Ορισμοί

  1. καθετί που καλύπτει κάποιο έπιπλο ή άλλο αντικείμενο
  2. το απόθεμα σε συνάλλαγμα ή παλαιότερα σε χρυσό (πια παγκοσμίως υπάρχει κεφαλαιουχικά αμελητέος αριθμός ράβδων και σαφέστατα δεν παρέχουν κάλυμμα) που διαθέτει μια εκδοτική τράπεζα και χρησιμοποιείται σαν εγγύηση για το νόμισμα που εκδίδει

Ισοδύναμα

English Hood jacket sleeve

Επίπεδο CEFR

C2
Mastery
This word is part of the CEFR C2 vocabulary — mastery level.

Δείτε επίσης

Learn this word in context

See κάλυμμα used in real conversations inside our free language course.

Start Free Course