HomeServicesBlogDictionariesContactSpanish Course
← Επιστροφή στην αναζήτηση

Meaning of αεράκι | Babel Free

Noun CEFR C2 Standard
/a.eˈɾa.ci/

Ορισμοί

  1. ελαφρύ ρεύμα αέρα
    diminutive
  2. ελαφριά πνοή ανέμου

Ισοδύναμα

English breeze

Παραδείγματα

“※ Και από μακριά ο μονότονος ήχος της ανακατώνουνταν με κάτι σαν το σουσούρισμα του αερακιού ανάμεσα στα καλάμια. Σφιχταγκαλιασμένα ακροάζουνταν τ' αγόρια […] Πηνελόπη Δέλτα, Τον καιρό του Βουλγαροκτόνου books.google”

Επίπεδο CEFR

C2
Mastery
This word is part of the CEFR C2 vocabulary — mastery level.

Δείτε επίσης

Learn this word in context

See αεράκι used in real conversations inside our free language course.

Start Free Course