Meaning of πυξίδα | Babel Free
/piˈksi.ða/Ορισμοί
- όργανο προσανατολισμού. Αποτελείται από ένα κουτί, κατασκευασμένο από μη μαγνητικό υλικό, που στο κέντρο του είναι στερεωμένη μια μαγνητική βελόνα η οποία δείχνει πάντα το βορρά
- οτιδήποτε χρησιμοποιείται ως μέσο προσανατολισμού
- μικρό κουτί σε διάφορα σχήματα και με κάλυμμα που χρησιμοποιήθηκε για τη φύλαξη κοσμημάτων, εργαλείων κ.λπ.
Ισοδύναμα
English
Compass
Παραδείγματα
“μαγνητική πυξίδα”
magnetic compass
“γυροσκοπική πυξίδα : η πυξίδα που με τη βοήθεια γυροσκοπίου δείχνει τον αληθινό βορρά”
“η εταιρεία πορεύεται χωρίς πυξίδα τους τελευταίους μήνες”
Επίπεδο CEFR
C2
Mastery
This word is part of the CEFR C2 vocabulary — mastery level.
This word is part of the CEFR C2 vocabulary — mastery level.