HomeServicesBlogDictionariesContactSpanish Course
Επιστροφή στην αναζήτηση

πυξίδα

Ουσιαστικό θηλυκό CEFR C2 Standard
piˈksi.ða

Ορισμοί

  1. όργανο προσανατολισμού. Αποτελείται από ένα κουτί, κατασκευασμένο από μη μαγνητικό υλικό, που στο κέντρο του είναι στερεωμένη μια μαγνητική βελόνα η οποία δείχνει πάντα το βορρά
  2. οτιδήποτε χρησιμοποιείται ως μέσο προσανατολισμού
  3. μικρό κουτί σε διάφορα σχήματα και με κάλυμμα που χρησιμοποιήθηκε για τη φύλαξη κοσμημάτων, εργαλείων κ.λπ.

Ισοδύναμα

29 more languages

Παραδείγματα

“μαγνητική πυξίδα”

magnetic compass

“γυροσκοπική πυξίδα : η πυξίδα που με τη βοήθεια γυροσκοπίου δείχνει τον αληθινό βορρά”
“η εταιρεία πορεύεται χωρίς πυξίδα τους τελευταίους μήνες”

Επίπεδο CEFR

C2
Επάρκεια
Αυτή η λέξη ανήκει στο λεξιλόγιο CEFR C2 — επίπεδο επάρκεια.
See all C2 Ελληνικά words →

Δείτε επίσης

Μάθετε αυτή τη λέξη σε πλαίσιο

Δείτε τη λέξη πυξίδα σε πραγματικές συνομιλίες στο δωρεάν μάθημα γλώσσας.

Ξεκινήστε δωρεάν

Know this word better than we do? Language is a living thing — help us keep it growing. Collaborate with Babel Free