Meaning of ρούχο | Babel Free
ˈɾu.xoΟρισμοί
- το ένδυμα, οτιδήποτε φοράει κάποιος
- τα απαραίτητα ενδύματα για κάποια περίσταση ή μια εποχή του έτους
Παραδείγματα
“ανδρικά / γυναικεία / παιδικά ρούχα”
“βιοτεχνία / κατάστημα ρούχων”
“※ Κοσμηματοπωλεία, παλαιοπωλεία, υφασματοπωλεία, μαγαζιά που πουλούσαν πολύχρωμες μαντίλες, άλλα με δερμάτινα ρούχα και τζιν, με διακοσμητικά πήλινα πιάτα τοίχου, με πλεχτές τσάντες, χριστιανικές εικόνες, γκραβούρες με τοπία της Πόλης, τάβλια, πολύχρωμες λάμπες, πολυελαίους και φανάρια· υπήρχαν και καφενεία, ζαχαροπλαστεία με μπακλαβαδάκια, τουλούμπες, σεκέρ παρέ, κανταΐφια, κόκκους καφέ και λουκούμια με ροδέλαιο. Όλα τα καλά του κόσμου.”
“θέλω να ανανεώσω τα ρούχα μου για το χειμώνα”
Επίπεδο CEFR
C2
Mastery
This word is part of the CEFR C2 vocabulary — mastery level.
This word is part of the CEFR C2 vocabulary — mastery level.