ρυθμός
Ορισμοί
- πολυτονική γραφή του ρυθμός
- η ταχύτητα με την οποία κάτι αυξομειώνεται ή με την οποία το ένα γεγονός μιας ακολουθίας διαδέχεται το άλλο
- το τέμπο ή το μέτρο· η ταχύτητα ενός κομματιού ή ο συγκεκριμένος τρόπος με τον οποίο οι νότες τονίζονται και σχηματίζουν μουσικές ενότητες ίσης διάρκειας
- μια τεχνοτροπία χαρακτηριστική μιας εποχής, ενός τόπου ή ενός λαού
Ισοδύναμα
Παραδείγματα
“ο ρυθμός της ζωής, ο ρυθμός των αλλαγών”
“※ Mε αμείωτο ρυθμό συνεχίστηκε και τον Ιούνιο η μείωση των χορηγήσεων σε επιχειρήσεις και νοικοκυριά, με αποτέλεσμα η αγορά να έχει στεγνώσει από ρευστότητα. (εφημερίδα Ελευθεροτυπία, 25/7/2014)”
“σε ρυθμό 4/4, ζωηρός ρυθμός”
“Δωρικός ρυθμός, Βυζαντινός ρυθμός”
Επίπεδο CEFR
C2
Επάρκεια
Αυτή η λέξη ανήκει στο λεξιλόγιο CEFR C2 — επίπεδο επάρκεια.
Αυτή η λέξη ανήκει στο λεξιλόγιο CEFR C2 — επίπεδο επάρκεια.
Δείτε επίσης
Know this word better than we do? Language is a living thing — help us keep it growing. Collaborate with Babel Free