Meaning of τέμπο | Babel Free
/ˈtem.po/Ορισμοί
- επώνυμο (ανδρικό ή γυναικείο)
- η ταχύτητα εκτέλεσης ενός μουσικού κομματιού ή τραγουδιού
- η ταχύτητα, ο αργός ή γρήγορος ρυθμός εκτέλεσης κάποιων ενεργειών
Παραδείγματα
“※ Οι κριτικές ύμνησαν την «καταπληκτική υπεροχή για το δέσιμο της ορχήστρας» και τον «υπέροχο συνδυασμό του τέμπου και του τόνου». (*)”
“※ Η «Sun» περιέγραψε την ήττα ως «Ballo-Helli», ενώ ο «Guardian» επίσης αφιέρωσε αρκετό χώρο στο ρεπορτάζ για την εμφάνιση του Ιταλού μέσου, Αντρέα Πίρλο, ο οποίος ήταν ο «ρυθμιστής» του τέμπου της αναμέτρησης, ενώ λίγο έλλειψε να πετύχει και τρίτο τέρμα προς τη λήξη της. (*)”
Επίπεδο CEFR
B1
Intermediate
This word is part of the CEFR B1 vocabulary — intermediate level.
This word is part of the CEFR B1 vocabulary — intermediate level.