HomeServicesBlogDictionariesContactSpanish Course
← Επιστροφή στην αναζήτηση

Meaning of τέμπο | Babel Free

Noun CEFR B1
/ˈtem.po/

Ορισμοί

  1. επώνυμο (ανδρικό ή γυναικείο)
  2. η ταχύτητα εκτέλεσης ενός μουσικού κομματιού ή τραγουδιού
  3. η ταχύτητα, ο αργός ή γρήγορος ρυθμός εκτέλεσης κάποιων ενεργειών

Παραδείγματα

“※ Οι κριτικές ύμνησαν την «καταπληκτική υπεροχή για το δέσιμο της ορχήστρας» και τον «υπέροχο συνδυασμό του τέμπου και του τόνου». (*)”
“※ Η «Sun» περιέγραψε την ήττα ως «Ballo-Helli», ενώ ο «Guardian» επίσης αφιέρωσε αρκετό χώρο στο ρεπορτάζ για την εμφάνιση του Ιταλού μέσου, Αντρέα Πίρλο, ο οποίος ήταν ο «ρυθμιστής» του τέμπου της αναμέτρησης, ενώ λίγο έλλειψε να πετύχει και τρίτο τέρμα προς τη λήξη της. (*)”

Επίπεδο CEFR

B1
Intermediate
This word is part of the CEFR B1 vocabulary — intermediate level.

Δείτε επίσης

Learn this word in context

See τέμπο used in real conversations inside our free language course.

Start Free Course