Meaning of γένια | Babel Free
/ˈʝeɲa/Ορισμοί
- το γένος
- γυναικείο επώνυμο
-
ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του γένι accusative, nominative, plural, vocative
- επώνυμο (ανδρικό ή γυναικείο)
- το σύνολο ανθρώπων της ίδιας ηλικίας σε σχέση με τους προγόνους και τους απογόνους του
- το σύνολο συγγραφέων, ποιητών κ.λπ. που πρωτοδημοσίευσαν το πρώτο τους έργο την ίδια χρονική περίοδο
Ισοδύναμα
Παραδείγματα
“η γενιά του μεσοπολέμου”
the interwar generation
“Γενιά του ’30 ονομάστηκε η γενιά Ελλήνων καλλιτεχνών που γεννήθηκαν στις αρχές του 20ου αιώνα.”
The generation of the ’30s is the name for the cohort of Greek artists born at the beginning of the 20th century.
“παππούς, πατέρας και εγγονός στην ίδια φωτογραφία· τρεις γενιές μαζί”
“η γενιά μας γνώρισε την ανάπτυξη του διαδικτύου”
“η γενιά του '30”
Επίπεδο CEFR
C2
Mastery
This word is part of the CEFR C2 vocabulary — mastery level.
This word is part of the CEFR C2 vocabulary — mastery level.