HomeServicesBlogDictionariesContactSpanish Course
← Επιστροφή στην αναζήτηση

Meaning of πεισματάρης | Babel Free

Adjective feminine CEFR C2 Standard
/pi.zmaˈta.ɾis/

Ορισμοί

που δεν αλλάζει γνώμη εύκολα και εμμένει στις αποφάσεις του παρά τα λογικά επιχειρήματα που επικαλούνται οι άλλοι, ο πείσμων, ο ξεροκέφαλος

Ισοδύναμα

English Stubborn

Παραδείγματα

“Near-synonym: αδιάλλακτος (adiállaktos)”
“※ τον Κρατερό τον αγαπώ σαν αδερφό μου... Είναι αγνός, λεβέντης, καλόψυχος και μαζί μ' αυτά πεισματάρης, οξύθυμος, εγωιστής κι αχρειόστομος (Σωκράτης Σίσκος, Η ταβέρνα του Κρατερού θεατρικό έργο σε τρεις πράξεις, Γ΄ βραβείο 1993 της Εταιρείας Ελλήνων Θεατρικών Συγγραφέων, Θεσσαλονίκη, 2013, ISBN 978-960-9763-06-6, σελ. 24-25 http://web.ems.gr/media/Siskos_h_taverna_toy_kraterou.pdf)”

Επίπεδο CEFR

C2
Mastery
This word is part of the CEFR C2 vocabulary — mastery level.

Δείτε επίσης

Learn this word in context

See πεισματάρης used in real conversations inside our free language course.

Start Free Course