Meaning of φρίκη | Babel Free
/ˈfɾi.ci/Ορισμοί
- γυναικείο επώνυμο, θηλυκό του Φρίκης
- έντονο συναίσθημα φόβου και αποστροφής
- αρνητικός χαρακτηρισμός για οτιδήποτε δε μας αρέσει, ισοδυναμεί με το επίθετο φρικτός
Παραδείγματα
“η φρίκη του πολέμου”
“το φαγητό στο ξενοδοχείο ήταν φρίκη”
Επίπεδο CEFR
C2
Mastery
This word is part of the CEFR C2 vocabulary — mastery level.
This word is part of the CEFR C2 vocabulary — mastery level.