Meaning of ταίρι | Babel Free
/ˈte.ri/Ορισμοί
- επώνυμο (ανδρικό ή γυναικείο)
- κάτι/κάποιος που ταιριάζει με κάτι άλλο/ κάποιον άλλον
- το ένα από τα δύο στοιχεία που συγκροτούν ένα ζεύγος / ζευγάρι
- σύζυγος ή ερωτικός σύντροφος
Ισοδύναμα
English
mate
Παραδείγματα
“ένα κομψό υφασμάτινο παντελόνι είναι το ιδανικό ταίρι γι' αυτό το σακάκι”
“Το γοβάκι που έχασε το ταίρι του (τίτλος παραμυθιού, εργασία που προτάθηκε στα παιδιά στο Δημοτικό Σχολείο Ευόσμου)”
“μετά από τόσες διαλυμένες σχέσεις ακόμα ψάχνει να βρει το ταίρι του”
Επίπεδο CEFR
C2
Mastery
This word is part of the CEFR C2 vocabulary — mastery level.
This word is part of the CEFR C2 vocabulary — mastery level.