Meaning of μεγαλείο | Babel Free
/me.ɣaˈli.o/Ορισμοί
- η ιδιότητα ενός πράγματος να εντυπωσιάζει με το μεγάλο μέγεθος, δύναμη, πλούτο, πολιτισμό κλπ
- ο πλούτος και η πολυτέλεια
Παραδείγματα
“το μεγαλείο του αρχαίου ελληνικού πολιτισμού”
“※ Προτιμά δηλαδή να προσποιηθεί τη γνώστρια παρά να πει, παιδί μου δεν τον ξέρω αυτόν τον κύριο Οφορίκουε που μου τσαμπουνάς. Η δηθενιά της φυλής μας σε όλο της το μεγαλείο μέσα από τρίλεπτα βίντεο. Απολαυστικά αστείο και τραγικό μαζί. (30/12/2016, Protagon.gr https://www.protagon.gr/apopseis/editorial/44341312658-44341312658)”
“δεν θέλω πλούτη και μεγαλεία”
Επίπεδο CEFR
C2
Mastery
This word is part of the CEFR C2 vocabulary — mastery level.
This word is part of the CEFR C2 vocabulary — mastery level.