Meaning of μεγαλοπρέπεια | Babel Free
/me.ɣa.loˈpɾe.pi.a/Ορισμοί
το να είναι κανείς (άνθρωπος, οικοδόμημα κ.λπ.) μεγαλοπρεπής, δηλαδή να ακτινοβολεί μεγαλείο και επιβλητικότητα
Παραδείγματα
“Ο όλος χώρος απέκτησε υποβλητική μεγαλοπρέπεια, ενώ τα διάφορα εκθέματα προσέδιδαν σ' αυτόν έντονη αίσθηση θρησκευτικού μυστικισμού. (*)”
Επίπεδο CEFR
C2
Mastery
This word is part of the CEFR C2 vocabulary — mastery level.
This word is part of the CEFR C2 vocabulary — mastery level.