HomeServicesBlogDictionariesContactSpanish Course
← Επιστροφή στην αναζήτηση

Meaning of μεγαλοπρέπεια | Babel Free

Noun feminine CEFR C2 Specialized
/me.ɣa.loˈpɾe.pi.a/

Ορισμοί

το να είναι κανείς (άνθρωπος, οικοδόμημα κ.λπ.) μεγαλοπρεπής, δηλαδή να ακτινοβολεί μεγαλείο και επιβλητικότητα

Παραδείγματα

“Ο όλος χώρος απέκτησε υποβλητική μεγαλοπρέπεια, ενώ τα διάφορα εκθέματα προσέδιδαν σ' αυτόν έντονη αίσθηση θρησκευτικού μυστικισμού. (*)”

Επίπεδο CEFR

C2
Mastery
This word is part of the CEFR C2 vocabulary — mastery level.

Δείτε επίσης

Learn this word in context

See μεγαλοπρέπεια used in real conversations inside our free language course.

Start Free Course