Meaning of συμβουλεύω | Babel Free
/siɱ.vuˈle.vo/Ορισμοί
- διατυπώνω την γνώμη μου και καθοδηγώ κάποιον ως προς το πώς πρέπει να ενεργήσει, να συμπεριφερθεί ή να αντιμετωπίσει μια κατάσταση, συχνά παρακινώντας τον να ακολουθήσει την γνώμη αυτή
-
«συμβουλεύομαι» passive
-
ζητώ ή δέχομαι την γνώμη και την καθοδήγηση κάποιου άλλου, συνήθως πιο έμπειρου ή ειδικού, πριν πάρω μια απόφαση passive
-
ανατρέχω σε πηγή (έντυπη ή άλλη) για να αντλήσω πληροφορίες ή βοηθητικά στοιχεία passive
Ισοδύναμα
English
Advise
Παραδείγματα
“Ο καθηγητής συμβούλεψε τον μαθητή να οργανώσει καλύτερα τον χρόνο του πριν τις εξετάσεις.”
“※ 2011 Σοφία Μαντουβάλου, Χαρέμι ανδρών, εκδ. Καστανιώτη”
“≈ συνώνυμα: δασκαλεύω, καθοδηγώ, κατηχώ, νουθετώ, ορμηνεύω, παρακινώ, ποδηγετώ, συνιστώ, υποδεικνύω”
“Πριν πάρω την τελική μου απόφαση, συμβουλεύτηκα έναν έμπειρο δικηγόρο.”
“Για να βρω τη σωστή διαδρομή, συμβουλεύτηκα τον χάρτη.”
“≈ συνώνυμα: διαβάζω”
Επίπεδο CEFR
C2
Mastery
This word is part of the CEFR C2 vocabulary — mastery level.
This word is part of the CEFR C2 vocabulary — mastery level.