Σημασία του κλαδί | Babel Free
klaˈðiΟρισμοί
το ξυλώδες μέρος του φυτού (δέντρου, θάμνου) που φύεται από τον κορμό και έχει φύλλα, άνθη κ.λπ.
Ισοδύναμα
Παραδείγματα
“Το πουλί κάθισε σε ένα ψηλό κλαδί του δέντρου.”
The bird perched on a high branch of the tree.
Επίπεδο CEFR
C2
Επάρκεια
Αυτή η λέξη ανήκει στο λεξιλόγιο CEFR C2 — επίπεδο επάρκεια.
Αυτή η λέξη ανήκει στο λεξιλόγιο CEFR C2 — επίπεδο επάρκεια.
Know this word better than we do? Language is a living thing — help us keep it growing. Collaborate with Babel Free