Meaning of έφεση | Babel Free
/ˈe.fe.si/Ορισμοί
- η κλίση που έχει κάποιος για την καλλιέργειά του σε ένα ορισμένο τομέα ή μια συγκεκριμένη δεξιότητα
- το ένδικο μέσο το οποίο ασκείται σε ένα δικαστήριο ανώτερο από εκείνο που εξέδωσε μια απόφαση και με την οποία επιδιώκεται η άρση της προηγούμενης (μη τελεσίδικης) απόφασης και η έκδοση νέας, εκδικάζοντας από την αρχή την υπόθεση
- η έκκληση
Ισοδύναμα
English
appeal
Παραδείγματα
“δεν είχα ποτέ έφεση στο κέντημα”
Επίπεδο CEFR
C2
Mastery
This word is part of the CEFR C2 vocabulary — mastery level.
This word is part of the CEFR C2 vocabulary — mastery level.