φτάνω
Ορισμοί
- αφικνούμαι, ολοκληρώνω το ταξίδι μου προς ένα προορισμό
- έρχομαι από στιγμή σε στιγμή, υπόσχομαι ότι φτάνω εγώ ή κάτι αμέσως
-
οδηγούμαι σε ένα σημείο συνήθως παρά τη θέλησή μου ή πάντως χωρίς να το επιδιώκω συνειδητά, καταντώ figuratively
-
κατακτώ μία υψηλή κοινωνική, οικονομική, επιστημονική θέση figuratively
- πλησιάζω κάτι με το χέρι μου ή άλλα μέσα που διαθέτω, προσεγγίζω (και μεταφορικά)
- επαρκώ για κάτι
-
αρκεί, αρκετά impersonal
- έχω οργασμό
Conjugation
Browse the table or drill it — all tenses, moods, and persons of φτάνω.
Ισοδύναμα
Españolalcanzar
26 more languages
Deutschausreichenbeziffernfallengenügenkommenlandenlangennahenreichenschließenverschlagenzu sich kommen
Eestisaabuma
עבריתהספיק
Latviešupietikt
Polskichwacićdochodzićdochodzić do siebiedojśćobstaćocknąćocucaćocucićocykaćoprzytomniećprzytomniećstaćstanąćstarczaćujśćwystarczaćwystarczyć
Românăsosi
Українськавинестивиноситивистачативистачитидійтиобійтисяобходитисяопритомнітистатисясягнутихапатихвататихватитихопити
Tiếng Việtthông
Παραδείγματα
“Τι ώρα φτάνουμε;”
What time do we arrive?
“Το αεροπλάνο έφτασε στις τέσσερις.”
The plane arrived at four.
“Φτάσαν οι άλλοι.”
The others have arrived.
“Φτάνει το καλοκαίρι.”
Summer is coming.
“Κατέβασέ μου αυτό το κουτί, εσύ που φτάνεις.”
Get me down that box, since you can reach it.
“Ο καπνός από την φωτιά έφτασε μέχρι το σπίτι μας.”
The smoke from the fire reached our house.
“Στο τέλος, έφτασε να ζητιανεύει στους δρόμους.”
In the end, he was reduced to begging on the streets.
“Δεν ξέρω τι θα κάνω αν τα πράγματα φτάσουν εκεί.”
I don't know what I'll do if things come to that.
“Θα φτάσει άραγε το φαγητό;”
I wonder if there'll be enough food?
“Φτάνει πια! Μας έχεις τρελάνει μ’ αυτό το βιολί!”
That’s enough! You've driven us mental with that violin!
“Σ’ αυτό το σπορ, κανείς δεν τον φτάνει.”
In this sport, no one can equal him.
“Τα χρέη του φτάνουν τα 5.000 ευρώ.”
His debts amount to 5,000 euros.
“φτάνω στην Αθήνα στις 6”
“Έφτασα! (όταν μας φωνάζουν κάπου και καθυστερούμε)”
“Έφτασε το καφεδάκι”
“κοίτα πού/σε ποιο σημείο φτάνει/έφτασε ο άνθρωπος -να μαζεύει απ' τα σκουπίδια”
“είναι φτασμένος καλλιτέχνης : έχει φτάσει στο ζενίθ της σταδιοδρομίας του”
“προσπάθησε σκληρά, αλλά τελικά δεν έφτασε ψηλά”
“δεν το φτάνω -είναι ψηλά”
“ό,τι και να κάνω, δεν μπορώ να τον φτάσω (στο ταλέντο, στις ικανότητες κ.λπ.)”
“δε μου φτάνουν τα λεφτά”
“δε φτάνει που είναι κακότροπος, είναι (από πάνω) και τεμπέλης”
“Φτάνει πια!!!!”
Επίπεδο CEFR
C2
Επάρκεια
Αυτή η λέξη ανήκει στο λεξιλόγιο CEFR C2 — επίπεδο επάρκεια.
Αυτή η λέξη ανήκει στο λεξιλόγιο CEFR C2 — επίπεδο επάρκεια.
Δείτε επίσης
Know this word better than we do? Language is a living thing — help us keep it growing. Collaborate with Babel Free