HomeServicesBlogDictionariesContactSpanish Course
← φτάνω — definition

Conjugation of φτάνω

Regular CEFR C2
ˈfta.no

οδηγούμαι σε ένα σημείο συνήθως παρά τη θέλησή μου ή πάντως χωρίς να το επιδιώκω συνειδητά, καταντώ Ver definición completa →

Ενεργητική φωνή

Ενεστώτας
εγώ φτάνω
εσύ φτάνεις
αυτός / αυτή / αυτό φτάνει
εμείς φτάνουμε
εσείς φτάνετε
αυτοί / αυτές / αυτά φτάνουν
Παρατατικός
εγώ έφτανα
εσύ έφτανες
αυτός / αυτή / αυτό έφτανε
εμείς φτάναμε
εσείς φτάνατε
αυτοί / αυτές / αυτά έφταναν
Αόριστος
εγώ έφτασα
εσύ έφτασες
αυτός / αυτή / αυτό έφτασε
εμείς φτάσαμε
εσείς φτάσατε
αυτοί / αυτές / αυτά έφτασαν
Στιγμιαίος μέλλοντας
εγώ θα φτάσω
Στιγμιαία υποτακτική (να-/θα- μορφή)
εγώ φτάσω
εσύ φτάσεις
αυτός / αυτή / αυτό φτάσει
εμείς φτάσουμε
εσείς φτάσετε
αυτοί / αυτές / αυτά φτάσουν
Προστακτική εξακολουθητική
εσύ φτάνε
εσείς φτάνετε
Προστακτική στιγμιαία
εσύ φτάσε
εσείς φτάστε
Απαρέμφατο αορίστου
φτάσει

Μεσοπαθητική φωνή

Ενεστώτας
εγώ φτάνομαι
εσύ φτάνεσαι
αυτός / αυτή / αυτό φτάνεται
εμείς φτανόμαστε
εσείς φτάνεστε
αυτοί / αυτές / αυτά φτάνονται
Παρατατικός
εγώ φτανόμουν
εσύ φτανόσουν
αυτός / αυτή / αυτό φτανόταν
εμείς φτανόμασταν
εσείς φτανόσασταν
αυτοί / αυτές / αυτά φτάνονταν
Αόριστος
εγώ φτάστηκα
εσύ φτάστηκες
αυτός / αυτή / αυτό φτάστηκε
εμείς φταστήκαμε
εσείς φταστήκατε
αυτοί / αυτές / αυτά φτάστηκαν
Στιγμιαίος μέλλοντας
εγώ θα φταστώ
Στιγμιαία υποτακτική (να-/θα- μορφή)
εγώ φταστώ
εσύ φταστείς
αυτός / αυτή / αυτό φταστεί
εμείς φταστούμε
εσείς φταστείτε
αυτοί / αυτές / αυτά φταστούν
Προστακτική εξακολουθητική
εσείς φτάνεστε
Προστακτική στιγμιαία
εσείς φταστείτε
Απαρέμφατο αορίστου
φταστεί

Practice this verb →

More conjugations

Explore the Ελληνικά dictionary

Look up any Greek word for definitions, equivalents in 94 languages, and more.

Open Dictionary