Meaning of φυσικός | Babel Free
/fi.siˈkos/Ορισμοί
- σχετικός με τη φύση
- σχετικός με τις επιστήμες που μελετούν τη φύση, ιδιαίτερα τη φυσική
- που προέρχεται από τη φύση
- που δεν παράγεται από τον άνθρωπο, αλλά βρίσκεται σε αυτήν τη μορφή στη φύση
- βιολογικός, όχι εξ αγχιστείας
- αριθμός του συνόλου των θετικών ή μη αρνητικών ακεραίων δηλαδή του συνόλου ℕ ή του συνόλου ℕ₀
- physical: που δεν είναι εικονικός, που αναφέρεται στο υλικό (hardware)
Παραδείγματα
“※ Φυσικά, αν χαλάσει σε φυσικό επίπεδο ο δίσκος, όσα διαμερίσματα δίσκου και αν έχουμε δημιουργήσει, θα χαθούν όλα. Γι' αυτό είναι σημαντικό να έχουμε πάντοτε ενημερωμένο backup των αρχείων μας.”
“※ Αν όμως έχετε ένα συμβατικό μαγνητικό δίσκο, το ότι διαγράψατε οριστικά ένα αρχείο δε σημαίνει πως σβήστηκε σε φυσικό επίπεδο από την επιφάνειά του, και υπό προϋποθέσεις είναι δυνατόν να το επαναφέρετε στον ακέραιο.”
Επίπεδο CEFR
C2
Mastery
This word is part of the CEFR C2 vocabulary — mastery level.
This word is part of the CEFR C2 vocabulary — mastery level.