Σημασία του φυσικός | Babel Free
fi.siˈkosΟρισμοί
- σχετικός με τη φύση
- σχετικός με τις επιστήμες που μελετούν τη φύση, ιδιαίτερα τη φυσική
- που προέρχεται από τη φύση
- που δεν παράγεται από τον άνθρωπο, αλλά βρίσκεται σε αυτήν τη μορφή στη φύση
- βιολογικός, όχι εξ αγχιστείας
- αριθμός του συνόλου των θετικών ή μη αρνητικών ακεραίων δηλαδή του συνόλου ℕ ή του συνόλου ℕ₀
- physical: που δεν είναι εικονικός, που αναφέρεται στο υλικό (hardware)
Ισοδύναμα
Български
физик
Esperanto
natura
Magyar
természetes
Português
originário
Русский
физик
Српски
природан
Svenska
normal
Παραδείγματα
“※ Φυσικά, αν χαλάσει σε φυσικό επίπεδο ο δίσκος, όσα διαμερίσματα δίσκου και αν έχουμε δημιουργήσει, θα χαθούν όλα. Γι' αυτό είναι σημαντικό να έχουμε πάντοτε ενημερωμένο backup των αρχείων μας.”
“※ Αν όμως έχετε ένα συμβατικό μαγνητικό δίσκο, το ότι διαγράψατε οριστικά ένα αρχείο δε σημαίνει πως σβήστηκε σε φυσικό επίπεδο από την επιφάνειά του, και υπό προϋποθέσεις είναι δυνατόν να το επαναφέρετε στον ακέραιο.”
Επίπεδο CEFR
C2
Επάρκεια
Αυτή η λέξη ανήκει στο λεξιλόγιο CEFR C2 — επίπεδο επάρκεια.
Αυτή η λέξη ανήκει στο λεξιλόγιο CEFR C2 — επίπεδο επάρκεια.
Δείτε επίσης
Know this word better than we do? Language is a living thing — help us keep it growing. Collaborate with Babel Free