Meaning of μάπα | Babel Free
/ˈma.pa/Ορισμοί
- το πρόσωπο, η μούρη, η φάτσα
- το λάχανο
- είδος σφουγγαρίστρας
-
άχρηστο ή/και κακής ποιότητας αντικείμενο figuratively
- κάθε είδους κούμπωμα, πόρπη ^((Χρειάζεται τεκμηρίωση…))
- στα μεσαιωνικά και στα κυπριακά
Παραδείγματα
“Δε μου αρέσει η μάπα του.”
“Φέρε τη μάπα να μαζέψουμε τα νερά.”
“'Αυτό το τραπέζι να το πας πίσω, είναι μάπα!”
Επίπεδο CEFR
C2
Mastery
This word is part of the CEFR C2 vocabulary — mastery level.
This word is part of the CEFR C2 vocabulary — mastery level.