Meaning of λέγετε | Babel Free
/ˈleʝete/Ορισμοί
-
β΄ πρόσωπο πληθυντικού οριστικής ενεργητικού ενεστώτα του λέγω formal
-
β΄ πρόσωπο πληθυντικού προστακτικής ενεργητικού ενεστώτα του λέγω formal
- β΄ πρόσωπο πληθυντικού προστακτικής ενεργητικού ενεστώτα του λέω
Παραδείγματα
“Alternative: λέτε”
“Λέγετε, παρακαλώ;”
“Λέγετε;”
“Alternative: εμπρός; (emprós?, “commence? [please speak]”)”
“άλλες μορφές: λέτε (καθομιλουμένη)”
“Λέγετε; (εξίσου ευγενικό)”
Επίπεδο CEFR
C2
Mastery
This word is part of the CEFR C2 vocabulary — mastery level.
This word is part of the CEFR C2 vocabulary — mastery level.