HomeServicesBlogDictionariesContactSpanish Course
Επιστροφή στην αναζήτηση

στόλος

Ουσιαστικό αρσενικό CEFR C2 Standard
ˈsto.los

Ορισμοί

  1. σύνολο πλοίων υπό την ίδια σημαία
  2. μεγάλη μονάδα του πολεμικού ναυτικού που περιλαμβάνει το σύνολο των πλοίων που επιχειρούν σε μια συγκεκριμένη περιοχή
  3. σύνολο οχημάτων ή αεροσκαφών της ίδιας ιδιοκτησίας

Ισοδύναμα

25 more languages

Παραδείγματα

“ο εμπορικός στόλος της Ελλάδας”
“η ναυτική σύγκρουση μεταξύ των δύο στόλων”
“ο αμερικανικός 6ος στόλος”

Επίπεδο CEFR

C2
Επάρκεια
Αυτή η λέξη ανήκει στο λεξιλόγιο CEFR C2 — επίπεδο επάρκεια.
See all C2 Ελληνικά words →

Δείτε επίσης

Μάθετε αυτή τη λέξη σε πλαίσιο

Δείτε τη λέξη στόλος σε πραγματικές συνομιλίες στο δωρεάν μάθημα γλώσσας.

Ξεκινήστε δωρεάν

Know this word better than we do? Language is a living thing — help us keep it growing. Collaborate with Babel Free