Meaning of στόλος | Babel Free
/ˈsto.los/Ορισμοί
- σύνολο πλοίων υπό την ίδια σημαία
- μεγάλη μονάδα του πολεμικού ναυτικού που περιλαμβάνει το σύνολο των πλοίων που επιχειρούν σε μια συγκεκριμένη περιοχή
- σύνολο οχημάτων ή αεροσκαφών της ίδιας ιδιοκτησίας
Παραδείγματα
“ο εμπορικός στόλος της Ελλάδας”
“η ναυτική σύγκρουση μεταξύ των δύο στόλων”
“ο αμερικανικός 6ος στόλος”
Επίπεδο CEFR
C2
Mastery
This word is part of the CEFR C2 vocabulary — mastery level.
This word is part of the CEFR C2 vocabulary — mastery level.