HomeServicesBlogDictionariesContactSpanish Course
Επιστροφή στην αναζήτηση

ιδιωτικός

Επίθετο θηλυκό CEFR C2 Standard
iðiotiˈkos

Ορισμοί

  1. σχετικός με έναν ιδιώτη, ένα άτομο ως ξεχωριστή προσωπικότητα και όχι ως μέλος ενός συνόλου
  2. που ανήκει σε και διευθύνεται από έναν ιδιώτη επιχειρηματία και όχι από το δημόσιο

Ισοδύναμα

9 more languages
Deutschprivat
עבריתפרטי
Italianoprivato
Kurdîpersonal
Latinaprivatus
Portuguêsprivado
Русскийчастный
Türkçeözel

Παραδείγματα

“ιδιωτική ζωή”
“ιδιωτικό σχολείο”
“※ Επί του παρόντος στο Λονδίνο υπάρχουν δυο τέτοια σχολεία το ιδιωτικό «Ελληνικό Κολέγιο» στην αριστοκρατικότατη περιοχή του Κnightsbridge (εδώ φοιτούν παιδιά με κάποια, οπωσδήποτε, οικονομική άνεση), και το «Ελληνικό Σχολείο» της Ελληνικής Πρεσβείας. (Χάρης Μεττής, Το Πνεύμα των Θυατείρων Η τριακονταετής υπηρεσία του χαρισματικού Αρχιεπισκόπου Θυατείρων και Μεγάλης Βρετανίας κ. Γρηγορίου, εκδ. Ακακία, 2018)”

Επίπεδο CEFR

C2
Επάρκεια
Αυτή η λέξη ανήκει στο λεξιλόγιο CEFR C2 — επίπεδο επάρκεια.
See all C2 Ελληνικά words →

Δείτε επίσης

Μάθετε αυτή τη λέξη σε πλαίσιο

Δείτε τη λέξη ιδιωτικός σε πραγματικές συνομιλίες στο δωρεάν μάθημα γλώσσας.

Ξεκινήστε δωρεάν

Know this word better than we do? Language is a living thing — help us keep it growing. Collaborate with Babel Free