HomeServicesBlogDictionariesContactSpanish Course
← Επιστροφή στην αναζήτηση

Meaning of ιδιωτικός | Babel Free

Adjective feminine CEFR C2 Standard
/iðiotiˈkos/

Ορισμοί

  1. σχετικός με έναν ιδιώτη, ένα άτομο ως ξεχωριστή προσωπικότητα και όχι ως μέλος ενός συνόλου
  2. που ανήκει σε και διευθύνεται από έναν ιδιώτη επιχειρηματία και όχι από το δημόσιο

Ισοδύναμα

English Intimate private

Παραδείγματα

“ιδιωτική ζωή”
“ιδιωτικό σχολείο”
“※ Επί του παρόντος στο Λονδίνο υπάρχουν δυο τέτοια σχολεία το ιδιωτικό «Ελληνικό Κολέγιο» στην αριστοκρατικότατη περιοχή του Κnightsbridge (εδώ φοιτούν παιδιά με κάποια, οπωσδήποτε, οικονομική άνεση), και το «Ελληνικό Σχολείο» της Ελληνικής Πρεσβείας. (Χάρης Μεττής, Το Πνεύμα των Θυατείρων Η τριακονταετής υπηρεσία του χαρισματικού Αρχιεπισκόπου Θυατείρων και Μεγάλης Βρετανίας κ. Γρηγορίου, εκδ. Ακακία, 2018)”

Επίπεδο CEFR

C2
Mastery
This word is part of the CEFR C2 vocabulary — mastery level.

Δείτε επίσης

Learn this word in context

See ιδιωτικός used in real conversations inside our free language course.

Start Free Course